Αναμονή

Αναζήτηση

Pink Freud | Βίκυ Κατσαρού Συγγραφική Γωνία

Η καρδιά της – Βίκυ Κατσαρού

Social

Βλέπω τα χέρια σου όπως τα μπλέκεις και τα ξεμπλέκεις στον ποδόγυρο της φούστας σου.

«Ήρθες», μου λέει.

«Ναι, μη μου δίνεις σημασία, ήρθα λίγο να σε δω, πέσε στο κρεβάτι σου να ξεκουραστείς».

«Μα είναι δυνατόν να έχεις έρθεις εσύ και να μην μπορώ να μείνω λίγο όρθια;»

«Ναι. Ξάπλωσε. Θα χαμηλώσω και το ραδιόφωνο για να με ακούς καλύτερα. Θα σου πω ιστορίες».

«Όχι, όχι, θέλω να σε κοιτάω, λίγο να σε δω».

Βλέπω τα χέρια της να μπλέκονται και να ξεμπλέκονται στη χοντρή μάλλινη φούστα, αποστεωμένα, λειασμένα από τον αμείλικτο χρόνο, αμήχανα. Στρώνει το ύφασμα. Ή μπορεί και να την ηρεμεί η άγρια υφή του ρούχου. Είναι μια συνήθεια που έχει κληρονομήσει και σε εμένα, να ξεγελιέμαι με την αίσθηση τραχιού υφάσματος στις παλάμες μου.

«Σε πόνεσαν;»

«Ναι, με τρύπησαν σε χίλιες μεριές. Να δεις τι σημάδια μου έκαναν». Κάνει να σηκώσει τα μανίκια.

«Δεν θέλω να δω, γιαγιά. Θα περάσουν, μην ανησυχείς». Δεν μου επιτρέπεται να της πω το αντίθετο.

Ακουμπάω το χέρι μου απαλά πάνω από τη μάλλινη μπλούζα της, στα σημεία που φαντάζομαι ότι την πόνεσαν, και τα χαϊδεύω αργά, με αγάπη, σαν να της μεταφέρω τρυφερότητα που θεραπεύει. Τη βλέπω μέσα στο σκοτάδι να περιφέρει τα μάτια της ολόγυρα και μετά να τα καρφώνει στα χέρια μας.

«Μήπως τώρα να ξαπλώσεις;»

«Όχι, θέλω να σε δω».

«Καλά».

«Εσύ είσαι καλά;»

«Ναι, μην ανησυχείς. Είσαι πιο όμορφη σήμερα».

Γελά με ένα γέλιο που απαξιώνει το κομπλιμέντο. Αλλά ξέρω ότι της άρεσε.

«Τι θες να πούμε πριν φύγω;» τη ρωτάω.

«Μου έχει λείψει να είμαι ερωτευμένη».

Χαμογελώ. Αναγνωρίζω ότι ο έρωτας δεν ξεχνιέται ποτέ. Είναι κατάσταση ύπαρξης.  Ξεχειλίζει από κάθε κύτταρο και λιώνει τον άνθρωπο, τον ανασταίνει και τον αφήνει εκτεθειμένο στη ζωή. Όταν μιλούσε για τον παππού έκανε μια κίνηση με τα χέρια της από την καρδιά που έπειτα τη σκόρπιζε σε όλο της το σώμα. Σαν λάβα που πλημμυρίζει, λιώνει το δέρμα και σε αφήνει εκτεθειμένο στον άλλον. Κοίτα. Έχω σκίσει το δέρμα μου στα δύο και σου δείχνω την καρδιά μου. ΚΟΙΤΑ! Κοίτα πώς χτυπάει για σένα, κοίτα πώς πάλλεται! Η ψυχή μου είναι γυμνή μπροστά σου, τρέμει, πρόσεξε πώς θα την αγγίξεις, πρόσεξε πώς θα με αγγίξεις.

«Κάποτε όμως ήσουν ερωτευμένη».

«Ήμουν πολύ. Σε αυτό τουλάχιστον στάθηκα τυχερή. Και σου εύχομαι να το ζήσεις».

Χαμογελώ. Ξανά και ξανά. Της φιλάω τα μαλλιά και ανάμεσα στις ατίθασες τούφες της της ψιθυρίζω: «Μην ανησυχείς».

Αφήστε το σχόλιό σας

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.