Αναμονή

Αναζήτηση

Αλχημείες

Ζώντας το άπειρο | Μαρία Φραγκάκη

Social
*Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε με αφορμή ένα απόσπασμα από το βιβλίο: “Ο Πύργος του Β” του Σάκη Ροδίτη, εκδόσεις Ραδάμανθυς. Το βιβλίο πραγματεύεται ένα συναρπαστικό μαθηματικό ταξίδι στη νήσο «ΑΙΦΟΣ» (αναγραμματισμός της λέξης ΣΟΦΙΑ) με πρωταγωνιστές τον Αλ και τον Εβαρίστ. Ο μυθικός Πύργος του Β περιμένει αυτούς τους δύο ανήσυχους νέους που ρίχνονται σε ένα απίστευτο ταξίδι διατρέχοντας την ιστορία των μαθηματικών. Οι δύο φίλοι περνούν τις δοκιμασίες μέσα στις αίθουσες του πύργου, των αριθμών, του Θαλή-Πυθαγόρα, την αίθουσα του “π”, των γρίφων, των παιχνιδιών και των κατασκευών.
Το βιβλίο έχει τόσο μαθηματική όσο και λογοτεχνική αξία, γι’ αυτό αξίζει να διαβαστεί τόσο από εκπαιδευτικούς όσο και από όλους όσους αγαπούν τα μαθηματικά και τη φιλοσοφία που απορρέει μέσα απ’  αυτά. Μπορείτε να το παραγγείλετε ΕΔΩΤο απόσπασμα από το οποίο εμπνεύστηκα παρουσιάζει την έννοια του απείρου στην πιο φιλοσοφική του διάσταση ενώ παράλληλα αναλύει και κάποια μαθηματικά παράλογα.

Ζώντας το άπειρο

Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου και έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει. Δεν ήταν κάτι που συνήθιζα, αλλά φαίνεται η συζήτηση είχε φωτίσει τον κόσμο μου, που κατά τ’ άλλα ήταν τόσο μουντός και άχρωμος. Δεν μπορώ να πω…ξέρω πολλά και καταλαβαίνω ακόμη περισσότερα. Όμως αυτή η γνώση δεν με έχει οδηγήσει πουθενά πιο πέρα από βραχυπρόθεσμες στιγμές ευτυχίας και από πολλά περισσότερα μαθηματικά παράδοξα. Παράδοξα που στην αρχή έχουν τη μορφή αριθμών, αλλά αργότερα γίνονται κομμάτι της σάρκας μου που με κατατρώει. Παράδοξα που άρχισα να αναπτύσσω βυθισμένος στη ματαιοδοξία της λύσης τους…
Σιγά σιγά το χαμόγελο έσβηνε από τα χείλη μου. Μία συζήτηση που φαινόταν ευχάριστη, ήταν άλλη μία συζήτηση που είχε φτάσει σε τέλμα. Όπως και η ζωή μου. Μία πορεία που τείνει προς το άπειρο. Ποτέ δεν φτάνει. Ποτέ δεν το βλέπει, δεν το αγγίζει, δεν το καταλαβαίνει, δεν το σχηματίζει με λέξεις, απλά τείνει. Μήπως έτσι τείνω κι εγώ να ζω χωρίς να ζω πραγματικά;
Αυτή ήταν η τελευταία μου σκέψη. Το blues με είχε ταξιδέψει ήδη σε αυτό το μπαρ που είχε ζωγραφίσει για εμένα. Βρέθηκα καθισμένος σε μία γωνία, λες και με είχαν βάλει τιμωρία. Γύρω μου σκιές, πολλές σκιές. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου, όμως και πάλι η εικόνα δεν άλλαζε. Σκιές που χόρευαν, που μιλούσαν, που γελούσαν, που έπαιζαν ερωτικά παιχνίδια. Κοίταξα το παράθυρο από την άλλη πλευρά, να δω μήπως η μοίρα είχε άλλα σχέδια για εμένα απόψε. Έβρεχε και ο ουρανός βροντούσε λες και ζούσε κι εκείνος μέσα στα δικά του συμπλέγματα που δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Τίποτα δεν μου έδινε ελπίδα σ’ αυτό το όνειρο. Ζητούσα απεγνωσμένα να μην ορίσω εγώ την πορεία αυτής της στιγμής. Να συμβεί κάτι που να με ξαφνιάσει. Όταν τα μάτια μου είναι ανοιχτά, τίποτα δεν με ξαφνιάζει. Έχω μάθει να ζω με αριθμούς, με λογικές αλληλουχίες, με μοντέλα και ό,τι με προβληματίζει αρκετά, το βάζω παρέα με το άπειρο κι έτσι αποφεύγω τους συναισθηματισμούς. Όμως αυτή η στιγμή θέλω να είναι κάτι πέρα από εμένα. Κάτι πέρα από αυτό που μπορώ να βάλω σε κουτάκια. Κάτι που να μου δείξει ότι η πορεία προς το άπειρο δεν είναι μάταιη. Κάτι που θα με ξυπνήσει για τα καλά ή θα με κοιμήσει για πάντα.
“Θά πάρετε κάτι;”, ακούστηκε μια φωνή. “Όχι, ευχαριστώ”, είπα δυσανασχετώντας που κάποιος διέκοψε αυτή τη νοερά προσευχή που έκανα. “Είστε σίγουρος;”, ξαναρώτησε η φωνή. “Μα δεν ακούς που σου λέω…” και γύρισα να κοιτάξω την πηγή της ψυχικής μου ηχορύπανσης. Εκεί όλα σταμάτησαν. Δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου. Αυτό του οποίου γινόμουν μάρτυρας, ήταν ένα θέαμα πέρα από κάθε φαντασία. Εντυπωσιακό, αλλά συνάμα εξαιρετικά ενοχλητικό. Μόλις είχα ζητήσει να ζήσω κάτι που δεν θα μπορούσα να εξηγήσω και μπροστά μου είχα όλα τα μαθηματικά σύνολα σε μία γυναικεία μορφή. Όλη της η ύπαρξη, όλη μου η ζωή. Παντού αριθμοί. Παντού θεωρίες. Παντού παράδοξα και έτσι άδοξα πήρα μία απογοητευτική ανάσα και μουρμούρισα: “Αλ, μη ζητιανεύεις από το άπειρο!”. Αποφάσισα να βουτήξω στη μιζέρια μου και εντελώς απαξιωτικά να γυρίσω το βλέμμα μου στο παράθυρο και να απαντήσω: “Δεν θέλω τίποτα από εσένα. Να φύγεις.”. Βέβαια πρέπει να παραδεχτώ ότι ξαφνιάστηκα. Ξαφνιάστηκα που και τα ίδια μου τα όνειρα κοροϊδεύουν το μυαλό μου. Γελάνε μαζί μου και με περιπαίζουν. Σαν άλλες Σειρήνες φυτρώνουν τον σπόρο της ηδονής μέσα μου, για να με φυλακίσουν στη δική τους πραγματικότητα που δεν είναι άλλη από τη δική μου κόλαση.
Ξαφνικά το σώμα μου τραντάζεται ολόκληρο. Μεταφέρομαι σε ένα αστρικό ταξίδι που κρατάει μόνο λίγα δευτερόλεπτα. Δεν προλαβαίνω να δω τίποτα, ούτε να σκεφτώ. Μόνο να νιώσω τη θέρμη της ταχύτητας. Σαν να φλέγομαι ολόκληρος. Σαν να γίνομαι ένα με τον σύμπαν. Τη στιγμή που βγαίνω από αυτή την “παράνοια”, βρίσκομαι στην ίδια γωνία. Στην ίδια σκοτεινή, μάταιη γωνία. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Σκιές, βροχή και κενό μέσα μου.
“Θα πάρετε κάτι;”, ακούγεται η ίδια φωνή. Αυτή τη φορά δεν έχασα χρόνο και την κοίταξα κατευθείαν. Τα ίδια μαθηματικά σύνολα. Το ίδιο παιχνίδι με εμένα στο ρόλο του θύματος. Ήθελα να βάλω τα κλάματα, να φωνάξω, να βρίσω, να ρίξω κατάρες σε ό,τι υπήρχε γύρω μου και με στοίχειωνε. Δεν το έκανα. Γύρισα ξανά το βλέμμα μου και αυτή τη φορά η μόνη διαδρομή που ακολούθησε ο συλλογισμός μου ήταν αυτή του γυρισμού από το όνειρο που είχε μετατραπεί σε εφιάλτη. Το δευτερόλεπτο όμως που έκλεισα τα μάτια μου, αυτό το πυρ με κυρίεψε και πάλι. Αιωρήθηκα στο άγνωστο για να ξαναγυρίσω στο ίδιο σημείο και στην ίδια ερώτηση. “Θα πάρετε κάτι;”
“Τι σύγχυση είναι αυτή;”, σκέφτηκα. “Σε τι λούπα έχω πέσει;”. Προσπάθησα να ανασυντάξω τις σκέψεις μου και να βρω τρόπο να φύγω από αυτήν την αδιανόητη φάρσα που είχα στήσει στον ίδιο μου τον εαυτό. “Πώς θα φύγω από εδώ;”, ρώτησα την κοπέλα. “Από εκεί ακριβώς που ήρθατε”, απάντησε εκείνη. Σηκώθηκα και άρχισα να περπατάω, ψάχνοντας την έξοδο. Υπέθεσα ότι θα υπήρχε κάποια εδώ κοντά. Προχώρησα αρκετά αλλά δεν είδα τίποτα που να μπορεί να με οδηγήσει έξω από το μπαρ, που ενώ αρχικά στην σκεψή μου ήταν τόσο ατμοσφαιρικό και γεμάτο αγαπημένη μουσική, τώρα έμοιαζε με χαμαιτυπείο, σχεδόν αποκρουστικό. Επιχείρησα να μιλήσω και σε κάποιον δίπλα μου, αλλά μάταια. Ήταν όλοι σκιές. Κανένας δεν με άκουγε. Κανένας δεν με έβλεπε. Μονάχα εκείνη.
Έψαξα λοιπόν εκείνη την κοπέλα που όλα πάνω της μου θύμιζαν την προσωπική μου αποτυχία, για να της ζητήσω να με βοηθήσει. “Τι ψυχοφθόρο να μπορείς να επικοινωνήσεις μόνο με τους δαίμονές σου;”, συλλογίστηκα. Λίγα μέτρα ακόμη και είχε γίνει άφαντη. Δεν μπορούσα να τη διακρίνω πουθενά. “‘Ει, είσαι εδώ; Εσύ η σερβιτόρα. Είσαι εδώ;”, φώναξα. “Εδώ είμαι!”, απάντησε, αλλά συνέχισε να μην είναι στο οπτικό μου πεδίο. “Μα δεν σε βλέπω”, απάντησα εμφανώς εκνευρισμένος.
Εξαφανίστηκαν όλα γύρω μου. Χάθηκα πάλι. Άλλη μία φορά που γινόμουν πειραματόζωο του άπειρου. Αυτή τη φορά τα δευτερόλεπτα έφτασαν για να σκεφτώ πόσο πολύ δεν θέλω να γυρίσω στο ίδιο σημείο. Όμως, κανένας δεν άκουσε την σκέψη μου.
“Θα πάρετε κάτι;”, είπε η κοπέλα. Η απελπισία μου ξεπέρασε κάθε όριο και πλέον ήμουν εκτός ελέγχου. Έβγαζα κραυγές που θύμιζαν εκείνες των πρωτόγονων ανθρώπων όπως τις διαβάζουμε στα βιβλία. Έπιανα το κεφάλι μου και το πίεζα τόσο δυνατά με την ελπίδα ότι ένας δυνατός πόνος θα με επανέφερε στην πραγματικότητα. “Τι θέλεις από εμένα;”, ήταν η μόνη φράση που έβγαζε νόημα μέσα σε όλο αυτό το κοσμικό παραλήρημα. “Να σταματήσεις να με αποφεύγεις.”. “Τι εννοείς;”, είπα λαχανιασμένος από την ένταση. Έμεινα να την κοιτάω περιμένοντας μία απάντηση.
Όσο οι παλμοί μου ηρεμούσαν, τόσο πιο καθαρά μπορούσα να δω. Άρχισα να την διαβάζω και να την αναλύω. Με πλυμμήρισε μία οικειότητα, μία αίσθηση ότι είμαι μέσα στο ίδιο μου το μυαλό. Την κοιτούσα και η καρδιά μου γέμιζε ενθουσιασμό ξανά. Ξεδιπλωνόταν μπροστά μου αυτό που αναζητούσα. Το άπειρο… “Μα πώς είναι δυνατόν;”, ψέλλισα. “Κι όμως όχι απλά είναι δυνατόν, αλλά είναι και αυτονόητο. Πώς θα συλλάβεις μία έννοια που δεν υπάρχει μέσα σου, που δεν την φιλοξενείς;”. “Δηλαδή;”, της αποκρίθηκα εγώ με έναν κόκκο ελπίδας να κατακλύζει την καρδιά μου. “Το άπειρο δεν το μετράς. Το ζεις. Όλη σου τη ζωή τρέχεις σε μία ευθεία. Η ευθεία όμως δεν έχει άκρα από καμία πλευρά. Όσο τρέχεις λοιπόν προς το άπειρο, άλλο τόσο απομακρύνεσαι από αυτό. Είναι μέσα σου. Μην τρέχεις. Σε έχει δημιουργήσει. Σε έχει διαμορφώσει. Σε περιβάλλει. Άλλη μεταβλητή ορίζει την ύπαρξη σου και όταν τη βρεις θα αρχίσεις να ζεις πραγματικά. Μόνο σε εκείνη χωράει το άπειρο. Μόνο εκείνη απειλεί το άπειρο. Αλλά δεν είναι ποτέ αρκετή για να το κάνει πεπερασμένο.”, μου εξήγησε εκείνη ενώ τα σύμβολα ξεθώριαζαν από τη μορφή της. “Ποια είναι αυτή η μεταβλητή;”, έσπευσα να ρωτήσω. Όλα σκοτείνιασαν. Ένας εκκωφαντικός ήχος μου στέρησε την ευκαιρία να μάθω το μυστικό.
Άνοιξα τα μάτια μου και ήταν 08:00. Μόλις είχα μάθει την αλήθεια. Χαμογέλασα ως μέρος του άπειρου, κοιτάζοντας κατάματα τον μεγαλύτερό μου εχθρό, αλλά και το συστατικό που χρειαζόμουν για να πάρω πίσω τη ζωή μου. Το ξυπνητήρι μου…

Αφήστε το σχόλιό σας

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.